Tuesday, April 01, 2008

Περνάει ο καιρός, περνούν οι μέρες και οι νύχτες ... έτσι απλά όμορφα ... ζωντανά ... κι εγώ ακόμα προσπαθώ να οργανώσω αυτή την ρημάδα την σκέψη μου για να μπορώ να γράψω κάτι ...

Θύμησες, αναμνήσεις, χρονικά ... κι όταν συναντάς όμορφους ανθρώπους που έχεις να τους συναναστραφείς χρόνια είναι μαγικές οι στιγμές αυτές.

Ευχαριστώ όλους τους παλιούς μου συμμαθητές που μοιράστηκαν το βροχερό βράδυ της Παρασκευής που μας πέρασε μαζί μου. Ήταν απλά όμορφα - μαγικά !!! Να είστε όλοι καλά και κάθε χρόνο να ανταμώνουμε και να περνάμε τόσο όμορφα !!!!

Tuesday, January 15, 2008


Ευχετήριες Κάρτες


Άλλη μια Κυριακή σβήνει. Ο απόηχος μιας γιορτής – της δικής του γιορτής – έμεινε μόνο.

Τα αστέρια κόβουν βόλτες στη βαθιά μώβ θάλασσα του ουρανού κι εδώ μόνο ο ήχος της μπαλάντας που αγαπούσε εκείνη να τραγουδά όταν ήταν μαζί, να ακούγεται από τα μεγάλα ηχεία του στερεοφωνικού του στο καθιστικό.

Κι εκείνος καθισμένος σε ένα δωμάτιο που του μοιάζει ξένο, αντικείμενα απρόσωπα, φωνή καμιά, ωχροί τοίχοι με έγχρωμες στιγμές νεανικών χρόνων πάνω τους κι η τελευταία δημιουργία του, με μελάνι στο καπάκι της τούρτας των φετινών του γενεθλίων, που η Μαρίνα αστειευόμενη του το κάνε κάδρο.

Παρέμενε ακόμα και τώρα τούτη τη στιγμή, η μόνη που τον ένοιωθε … τον καταλάβαινε και θέλοντας να τον ευθυμήσει και να τον κάνει να μην είναι μελαγχολικός τα είχε σχεδιάσει όλα για τον αγαπημένο της ξάδελφο.

Σε αυτά τα γενέθλια όλοι έτρωγαν και γεύονταν το γλυκό έδεσμα, έπιναν τα ποτά τους, λικνίζονταν στις ρόκ μουσικές και αυτός …. αυτός μουτζούρωνε – έπαιζε με το μελάνι – μια συνήθεια που την έκανε σε στιγμές που ήθελε να μην είναι παρών σε ό,τι διαδραματιζόταν στον παρόντα χρόνο.

Στην άκρη, το έργο τέχνης έχει και έναν λεκέ από σοκολάτα και σιρόπι βύσσινο «η προσωπική του διάσταση γλυκιά και μαύρη ή κόκκινη και πικρή».

Η Μαρίνα το χε φυλάξει και του το έφερε μια βδομάδα μετά σε μια όμορφη κορνίζα για να στολίσει «με γεύση και χρώμα» το κατάλευκο δωμάτιό του. «βρε σύ για να χαμογελάσεις το έκανα – μπας και ξεχαστείς από τα γκρίζα και μαύρα σου επαγγελματικά ραντεβού» του είχε πει όταν την κοίταξε με έκπληξη.

Εκείνο το βράδυ ήταν όλοι εκεί.

Η Νεφέλη με το καροτί κατσαρό κεφάλι, πάλι είχε χάσει τον έρωτά της και γέλαγε σαν τρελή, το μυαλό της είχε βυθιστεί στο αλκοόλ. Μετά τον θάνατο του αγαπημένου της πατέρα έτσι έκανε πιά. Άλλαζε ερωτικούς συντρόφους «Ο έρωτας της ζωής μου !!!» όπως τους σύστηνε στους άλλους. Απαριθμούσαν πολλά πια νούμερα οι έρωτές της και πολλές οι προσπάθειές της να ξεφύγει από το αλκοόλ, έπινε διαρκώς σε χαρές σε λύπες. Τα χέρια της έτρεμαν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου και είχε πια παρατήσει την καριέρα της «ταλαντούχας πιανίστας», δεν «ένοιωθε πια το ταλέντο της» έλεγε και απλά κρατούσε σε λειτουργία το ωδείο που είχε κληρονομιά από τον πατέρα της και δίδασκε μικρά παιδιά που την λάτρευαν.

Η Άντα, η θριαμβεύτρια των εξετάσεων για τους δικαστικούς ξεκίναγε νέα πορεία στη συμπρωτεύουσα σε λίγο καιρό, μαζί της ένας γυαλάκιας - «μουγκός» ονόματι Σοφοκλής.

Ο Άρης με τον Σπύρο οι «σιαμαίοι» κατακτητές της γυναικείας ομορφιάς με την Νίνα και τη Μαρία, ο αδελφός των κοριτσιών ο Πανούλης, με δύο μήνες υπόλοιπου στράτευσης.

Ο Ντίνος δεν ήρθε, έπεσε δουλειά στο μαγαζί είχε και την μικρή άρρωστη – έστειλε την τούρτα. Ο μόνος από τους «άλλους» που χε δημιουργήσει οικογένεια, με δική του επιχείρηση, στρωμένη δουλειά από τους γονείς του που την μεγάλωσε και την έκανε ακόμα καλύτερη, με μια γυναίκα «θησαυρό» που την γνώρισε στην σχολή ζαχαροπλαστικής και τον στήριξε και τον στηρίζει και του προσφέρει μια υγιή και ήρεμη οικογένεια με τρία ζουμπουρλούδικα παιδιά. Να ναι πάντα καλά έτσι αγαπημένοι και μονιασμένοι και ας πνίγονται στη δουλειά.

Η Αφροδίτη και ο Αντώνης καυγά είχαν πάλι, μουτρωμένοι εμφανίσθηκαν νωρίς – δέκα χρόνια μαζί κι ακόμα να μην υποχωρούν, έτσι γίνονταν από την αρχή της σχέσης τους και θα γίνεται φαίνεται έτσι και στο υπόλοιπο της κοινής ζωής τους.

Ο Φοίβος έστειλε τις ευχές του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τα ψυχρά κλίματα της Σκωτίας – διαβάζει λέει, μπας και τελειώσει εκείνο το δεύτερο μεταπτυχιακό – που ανάθεμά μας αν καταλάβαμε ποτέ με τι ασχολείται - μάλλον χαζεύει και κάνει εκδρομές γευσιγνωσίας σκωτζέζικου ουισκιού με ξένα λεφτά, ας είναι καλά ο μπαμπάς και οι κατασκευές στο Ντουμπάι, αλλιώς θα του χαν πει «Byebye”, αλλά μήπως και όλοι έτσι δεν είχαν κάνει κάποτε;

Η Μαρίνα, η αγαπημένη του ξαδέλφη, με τον ήσυχο σύντροφό της ζωής της – είχε παρκάρει τα κουτσούβελα στην μητέρα της για να φχαριστηθεί και κείνη όλο τούτο . Εκείνη το χε διοργανώσει όλο τούτο το «πανηγυράκι». Το πάρτυ είχε αφορμή τα γενέθλια του. Ναι ένα «πάρτυ έκπληξη». Τους είχε καλέσει όλους εκείνη να πάνε νωρίτερα στο μπαράκι του Αλέκου, εκεί που πήγαιναν όταν σπούδαζαν, εκεί που γιόρταζαν τις επιτυχίες τους, εκεί που έπνιγαν στο αλκοόλ τις πίκρες τους.

Εκείνον απλά τον ειδοποίησε μέσω της γραμματέως του – μιας και το κινητό του ήταν πάντα κατειλημμένο – «Να είναι εκεί κατά τις δέκα το βράδυ, να του πείς γλυκιά μου γιατί το χω πεθυμήσει το «γρουσούζικο ξαδερφάκι μου και έχω τόσα νέα να του πώ».

Κι εκείνος δεν μπορούσε να μην πάει, η Μαρίνα ήταν ότι πιο χαρούμενο υπήρχε στη ζωή του. Ήταν πάντα δίπλα του, στις χαρές και στις λύπες. Πάντα με το κακαριστό γέλιο της να τον ξαλαφρώνει από την πίεση της δουλειάς του. Κι ήταν πάντα μα πάντα γελαστή και γεμάτη απορίες για όλα, μα πάνω από όλα ήταν καλός ακροατής για όλους τους «άλλους» και για εκείνον περισσότερο. Αν και φορτισμένη με τα προβλήματα της εργαζόμενης μητέρας πάντα είχε χρόνο για όλους. Και το σπίτι της ένα τεράστιο πάρκο για παιδιά και μεγάλους. Μια μεγάλη αγκαλιά μια τεράστια καρδιά ήταν το Μαρινάκι για εκείνον, δεν μπορούσε να μην της αφιερώσει λίγο χρόνο – άλλωστε ήταν σίγουρος πως κάτι καλό θα χε να του πεί.

Κι έφθασε στην ώρα του – Εγγλέζος – και η ξαδέλφη του ήταν εκεί αγκαζέ με τον άντρα της να τον περιμένουν έξω από το μπαράκι και κείνος ο παγωμένος αέρας να τους «ξυρίζει» τα πρόσωπα. Μπήκαν χαμογελαστοί μέσα και όταν πλησίασαν στην αγαπημένη τους γωνιά , ξεπετάχτηκαν όλοι οι «άλλοι» με καπελάκια χρωματιστά – μπαλόνια και σφυρίχτρες και φωνές από παντού. «Θεέ μου είστε γελοίοι – απίστευτα γελοίοι – μα σας αγαπώ !!», ψέλλισε και έπεσε στις αγκαλιές τους γελώντας – πόσο καιρό είχε να τους δεί όλους ; πόσο καιρό είχε να γελάσει έτσι ;

Το είχε βρει αληθινά γελοίο να γιορτάζει σε εκείνο το μπαράκι που το χαν χτίσει από τα φοιτητικά τους χρόνια τα γενέθλια των τριανταπέντε χρόνων του.

Η τούρτα έγραφε «Να ζήσεις χρόνια καλά Αιώνιε Μπάκουρε!».

Μπάκουρος! Ο Ντίνος τον φώναζε έτσι όταν … ήταν μόνος. Ναι και ήταν και σε κείνα τα γενέθλια πάλι μόνος του! Εκείνη δεν ήρθε … όπως δεν ερχόταν πολύ καιρό… τώρα στην ζωή του ήταν απούσα … μα στη ψυχή του παρούσα.

Είχε στείλει τυπικά μια αγκαλιά λουλούδια από ακριβό ανθοπωλείο της Κηφισιάς.

«Με τις θερμότερες ευχές μου – Ευτυχής και Δυνατός» και φυσικά η κάρτα γραμμένη με το κλασικό μαύρο μελάνι και τα καμπυλωτά γράμματα.

Πόσες κάρτες της κολυμπάνε σε εκείνο το ξύλινο κουτί από τα πούρα που χαν αγοράσει από το τελευταίο τους κοινό ταξίδι στην Αβάνα ; Σκόρπιες – άτακτες και επιθετικά παρούσες στο ίδιο σημείο, ψηλά ψηλά στο τελευταίο ράφι της παλιάς του βιβλιοθήκης έτσι ώστε να μην διακρίνονται από τα περίεργα βλέμματα των «άλλων» αλλά μόνο από το δικό του γκρίζο και μελαγχολικό βλέμμα.

Γνωρίστηκαν πριν δεκαπέντε χρόνια, σε μια συναυλία που δεν ήθελε κανείς τους να πάει. Τσουβαλιασμένους τους έφεραν οι «άλλοι», όλοι τους μια παρέα από γειτονικά σχολειά ή φροντιστήρια και τότε φοιτητές στο Πανεπιστήμιο, με μεγάλα όνειρα και στόχους. Με νεανικές καρδιές – με δυνατά αισθήματα – με δυνατές φωνές και αδύναμες ψυχές.

Κι έπεσε το γκρίζο βλέμμα του στα αστραφτερά καστανά μακριά μαλλιά της και ασυναίσθητα τα χάιδεψε – τα λάτρεψε και μαζί με κείνα λάτρεψε και εκείνο το κορίτσι που χαμογέλαγε συνέχεια. Την έλεγαν Μάρα.

Δεν του χε αρέσει η ιδέα της συναυλίας εκείνης, ούτε και σε αυτήν, αλλά για να μην χαλάσει το χατήρι των άλλων τους ακολούθησε, όπως το ίδιο είχε κάνει και κείνη.

Ξαφνιάστηκε με το χάδι του και με μια τρομάρα έντονη τραβήχτηκε και γύρισε απότομα πίσω της έτοιμη να κάνει παρατήρηση στον «περίεργο» που της ακουμπούσε τα μαλλιά και τον είδε … και τον λάτρεψε. Γελάσανε με όλο τούτο και βρέθηκαν να μιλάνε ο ένας στο αυτί του άλλου για τόσα πολλά, η έντονη μουσική τους έφερνε πιο κοντά και σιγά σιγά βρέθηκαν να φιλιούνται τρυφερά και … εξαφανίστηκαν.

Αυτό ήταν, ένας έρωτας εξαφάνισης, με τις σπουδές τους τα ταξίδια τους τις αγωνίες τους τις περιπέτειές τους για την επαγγελματική αποκατάσταση. Μαζί. Συνέχεια μαζί. Κι όταν δεν ήταν μαζί του ήταν η παρουσία της έντονη διαρκώς. Σκίτσα με χρώματα καρφιτσωμένα στο μικρό τους διαμέρισμα, που του θύμιζαν την μορφή της την αγάπη της και σκόρπια παντού σε όλα τα δωμάτια δισκάκια με την μουσική που λάτρευε για να την «ακούει» και να την «βλέπει» όταν έλειπε από το σπίτι. Και λουλούδια – λουλούδια παντού, αμέτρητα γλαστράκια στόλιζαν το μεγάλο μπαλκόνι κι όλα με έντονα χρώματα και αρώματα «Θέλω να την νοιώθεις τη ζωή και την αγάπη μου με όλες σου τις αισθήσεις» του λεγε και το εννοούσε…

Και κάθε χρόνο μία κάρτα στη γιορτή του, στα γενέθλιά του, στην επέτειο της γνωριμίας τους και στην επέτειο των ερωτευμένων έφθανε κοντά του δεμένη σε ένα όμορφο μπουκέτο από λουλούδια με χρώματα και αρώματα.

Μικρή κάρτ – βιζίτ με τα καμπυλωτά γράμματα από μαύρο μελάνι. Τέσσερα καρτάκια σε πάλ αποχρώσεις ρόζ – σιέλ – σωμόν – κρέμ επί 15 χρόνια. Εξήντα καρτάκια – εξήντα υπενθυμίσεις – εξήντα παρουσίες της απαραίτητες στη ζωή του – εξήντα μηνύματα αγάπης και συμπάθειας για αυτόν που γέμιζε την ζωή της – εξήντα δικαιολογημένες ευχές για κείνον που της έδινε ζωή και τώρα …τον θυμάται μόνο στα γενέθλιά του και στη γιορτή τα τελευταία τρία χρόνια.

Τον πρώτο καιρό του χωρισμού τους, εκείνη δήλωσε την παρουσία της πρώτη. Εκείνος είχε εξαφανιστεί. Είχε φύγει και από τους «άλλους» για λίγο καιρό, δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι είχε φύγει από τη Ζωή του.

Ήταν τα γενέθλια του κι ένας νεαρός έφθασε πρωί πρωί στο διαμέρισμά του αγκαλιά με μια ανθοδέσμη από κόκκινα τριαντάφυλλα δεμένα περίτεχνα σε μια δράκαινα και το σιέλ καρτάκι της :

«Χρόνια Πολλά και Καλή τύχη καλό μου αγόρι, τα όμορφα άνθη πεθαίνουν γρήγορα, αυτά που αντέχουν είναι συνήθως αυτά που φοβίζουν τους ανθρώπους. Μάρα»

Είχε δίκιο … εκείνη η δράκαινα δεν έλεγε να «πεθάνει», μέρες απότιστη και αφρόντιστη θέριευε περισσότερο εκεί στη γωνία του γραφείου του. Δεν τον άφηνε … δεν έπρεπε να τον αφήσει … έστεκε εκεί και τον βασάνιζε όπως κι η αγάπη του για εκείνη, ατέλειωτα βασανιστική και κει στα βάθη της καρδιάς του έστεκε … ζωντανή.

Όμως … όμως … όλοι είχαν μείνει άναυδοι όταν τους ανακοίνωσε με μια απλή φράση «Εμείς … Τέλος … εγώ και η Μάρα …Τέλος».

Η Μάρα ήθελε οικογένεια έφθανε τα τριάντα, είχε διοριστεί ήδη στην εκπαίδευση, είχε τους σταθερούς της ρυθμούς, το χρόνο της για την μουσική και τα χρώματά της και ήθελε παιδιά … πολλά παιδιά να γεμίσουν την ευτυχία της δίπλα στον άνθρωπό της, στο όμορφο αγόρι της, να γεμίσει περισσότερα χρώματα τη ζωή της.

Κι αυτός … αυτός ήθελε εκείνη την θέση του υψηλόβαθμου στελέχους στην μεγάλη εταιρία των οικονομικών συμβούλων με τα πολλά ταξίδια, δεν μπορούσε να ασχοληθεί με οικογένειες … παιδιά … πεθερικά … ήθελε ψυχή και σώμα να είναι αφοσιωμένος στην δουλειά του, στους πελάτες του στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στις Βρυξέλες… χωρίς το βάρος της αγάπης της για την οικογένεια κι έτσι απλά άνοιξε την πόρτα του μικρού διαμερίσματος των Αμπελοκήπων που φώλιαζαν την αγάπη τους… κι έφυγε…

Και πέρασαν τρία χρόνια … τρία χρόνια που του έφθασαν έξη καρτάκια με ευχές και ισάριθμες ανθοδέσμες με όμορφα λουλούδια με έντονα χρώματα όπως ήταν εκείνη ένα λουλούδι με έντονα χρώματα και αρώματα που του γέμιζε την ζωή του … που εκείνος είχε αποφασίσει να μην του την γεμίζει πιά.

Έξη καρτάκια με γλυκές «τυπικές» όμως ευχές.

Στα τρία χρόνια παρέλαβε έξη καρτάκια ευχών, ένα προσκλητήριο γάμου : « Η Μάρα και ο Κωστής θα χαρούν να μοιραστείτε μαζί τους την αρχή της νέας τους ζωής …» και μια διπλή πρόσκληση : « Η Μάρα και ο Κωστής και τα δίδυμα τρυφερούδια τους σας περιμένουν στη βάπτισή τους …»

Τρία χρόνια που «άδειασε» την Ζωή του και που εκείνη γέμισε με αγάπη και χρώματα τη δική της αλλά που δεν έπαψε να τον θυμάται …

Κι εκείνος αποδεχόμενος τις ευχές της παρών στη γεμάτη δουλειά και επιτυχίες ζωή του και απών στις όμορφες στιγμές της … απών … για λόγους «επαγγελματικούς» μα τυπικός στην αποστολή των δώρων του για το γάμο της, για τη βάφτιση των παιδιών της. Των παιδιών που δεν ήθελε εκείνος να αποκτήσει μαζί της …

Πως τα ξέθαψε τώρα τούτη τη στιγμή όλα τούτα ;

Όλα τούτα τα καρτάκια που γεμίζουν με χρώμα τρυφερό το ξύλινο κουτί των πούρων, που γέμισαν με μυρωδιά καπνού, που όμως παραμένουν εκεί… ψηλά ψηλά στο πάνω ράφι της παλιάς βιβλιοθήκης του.

Και τώρα ; Τώρα είναι ανώτερο διευθυντικό στέλεχος με μεγάλο γραφείο, με όμορφη γραμματέα, με επαγγελματικά ραντεβού σε μεγάλα ξενοδοχεία, με ταξίδια πολλά, με μεγάλο αυτοκίνητο, με ακριβό διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας και μοιρασμένη ζωή στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Και κείνο το κουτί παραμένει πάντα εκεί, με τα καρτάκια με τα πάλ χρώματα και το γκρίζο βλέμμα του να τα χαιδεύει απαλά όπως χάιδευε τα πλούσια καστανά μαλλιά της, το απαλό κορμί της.

Κι η πόλη που έζησαν που μεγάλωσαν που αγαπήθηκαν παραμένει γκρίζα … κι ο ουρανός που τον αγκαλιάζει παραμένει γκρίζος, ποτέ δεν πήρε χρώμα άλλο, ούτε ένα χρώμα από τα καρτάκια της, ούτε καν λίγο σιέλ.

Και κείνη η δράκαινα παραμένει να γεμίζει με τα αιχμηρά της φύλλα τη γωνία του γραφείου του… κι επιμένει να ζει … και αυτός … αυτός … πιστεύει ότι Ζει… με τη μνήμη της και το γκρίζο βλέμμα του να προσπαθεί να χαιδέψει τη ζωή του …τη ζωή των «άλλων» … κι όχι τη ζωή της._

Μαρίνα

Γενάρης 2000

Νοέμβρης 2007